ξενερώνω[kseneróno]I’m running out of water

Verb that means someone loses his cheerful mood or he is having a hangover.

Παράδειγμα

I saw him with his bathing suit and I run out of water!
Τον είδα με μαγιό και ξενέρωσα!

    Georgia Sax

    put oil and come night....
    Βάλε λάδι και έλα βράδυ!!!

    Natasa

    Είχα κέφι να χορέψω αλλά η αργή μουσική με ξενέρωσε.
    Eixa kefi na horepso i argi mousiki me xenerose.
    I was in a mood to dance but the slow music dewatered me.

    goanna

    ola kala ki ola orea

    yanna

    η θαλασσα ειναι λαδι!
    the sea is oil!!

    yanna

    οτι του φανει του Λολοστεφανή
    (οτι να'ναι δηλ!)

    KALLSPPS

    ΜΕ ΕΚΟΨΕ ΚΡΥΟΣ ΙΔΡΩΤΑΣ
    CUT WITH COLD SWEAT

    xrictinas

    tou kopike i milia
    του κόπηκε η μιλιά
    his cut the speech :PP

    demy

    Κάθε φορά που έχω να κάνω βαριές δουλειές, ξενερώνω. Every time I have to do the hard work, "I am out of water". (not literally)

    helen

    I run out of "in love" mood. I lost all my interesting in something.
    Καμμία σχέση με νερό. Δευτερο συνθετικό ερως

    Con

    Είναι Ξενέρωτος (Einai ksenerotos): He is dewatered!